Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

«ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;»



«Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» (Ματθ.  8, 29) 
Καὶ μὲ κραυγὲς τοῦ ἔλεγαν· «Τί δουλειὰ ἔχεις ἐσὺ μ᾿ ἐμᾶς, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ῏Ηρθες ἐδῶ νὰ μᾶς βασανίσεις πρὶν τὴν ὥρα μας;» 
            Ένα από τα πιο συγκλονιστικά θαύματα του Ιησού είναι αυτό της θεραπείας των δαιμονισμένων των Γεργεσηνών. Οι άνθρωποι αυτοί βασανίζονταν και βασάνιζαν. Ήταν ζωντανοί- νεκροί, καθώς κατοικούσαν στα μνήματα, ενώ οι δαίμονες είχαν αλλοιώσει την όψη του προσώπου τους κάνοντάς τους τόσο φρικτά άσχημους, ώστε κανείς να μην τολμά να περάσει μπροστά τους, κανείς να μη θέλει να τους ατενίσει. Κι όταν ο Χριστός τους θεραπεύει, διώχνοντας τα δαιμόνια από μέσα τους, εκείνα θα εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων και θα τη γκρεμίσουν στη  θάλασσα, δείχνοντας το μέγεθος της κακίας του διαβόλου, ο οποίος δεν ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους, αλλά και όλη τη δημιουργία του Θεού.  Και θα συνεχίσει ο διάβολος να ταλαιπωρεί και τους υπόλοιπους κατοίκους των Γεργεσηνών, οι οποίοι θα αρνηθούν στον Χριστό να παραμείνει ανάμεσά τους, διότι ελέγχονται από τον Κύριο, αισθάνονται ότι ξεσκέπασε τη γύμνια της καρδιάς τους, την υποκριτική τήρηση των εντολών του Μωσαϊκού νόμου, ο οποίος δεν επέτρεπε την κατανάλωση χοιρινού κρέατος, αλλά οι ίδιοι το πουλούσαν στους ειδωλολάτρες προς ίδιον όφελος, αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αντέξουν την καλοσύνη και την αγάπη του Θεού, ζώντας οι ίδιοι την κόλαση των δαιμονισμένων.  
            Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φράση των δύο δαιμονισμένων προς τον Χριστό, όταν ο Κύριος τους πλησιάζει. «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς», του λένε. « Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας». Ποια είναι η κανονική ώρα της βασάνου; Είναι η κόλαση, είναι ο αιώνιος θάνατος τον οποίο βιώνει ο άνθρωπος που δεν αγαπά Θεό και ανθρώπους, ο άνθρωπος που αρνείται τον προορισμό του, να είναι δηλαδή εικόνα Θεού και να έχει πλαστεί για να μοιάσει στον Θεό. Ο άνθρωπος τότε θα βιώνει την κατάσταση των δαιμονισμένων, αλλά και των Γεργεσηνών. Θα είναι ακοινώνητος. Φριχτός για τους άλλους, που δεν θα θέλει να τους βλέπει και ούτε εκείνοι να τον βλέπουν. Δεν θα θέλει ίχνος Θεού, ίχνος καλού στη ζωή του, αλλά θα έχει για θεό τον εαυτό του, το συμφέρον του, τον τρόπο του, θα νιώθει την παρουσία του Θεού και θα αρνείται να ανοίξει τα μάτια του σ’ Αυτόν. Και ό,τι ξεκινήσει ψυχικά , μετά τον θάνατο, θα επεκταθεί και σωματικά, μετά την Ανάσταση των νεκρών, τη Δευτέρα Παρουσία.
            Ζούμε σε έναν καιρό στον οποίο αισθανόμαστε ότι η παρουσία του Χριστού βασανίζει τον κόσμο. Του υπενθυμίζει την ειρήνη και τη συμφιλίωση, ενώ ο κόσμος θέλει την εξουσία και τη βία για να πετύχει το σκοπό του. Του υπενθυμίζει την κοινωνία της σχέσης και της αγάπης, ενώ ο κόσμος θέλει τη χρήση του άλλου και της κτίσης για να είναι ευχαριστημένος. Του υπενθυμίζει το μέτρο και την ασκητικότητα, ενώ ο κόσμος θέλει την άνεση και την πολυτέλεια. Του υπενθυμίζει ότι η ζωή έχει συνέχεια μετά τον θάνατο εν αγάπη, ενώ ο κόσμος επιλέγει το μηδέν, για να ζήσει καλά εδώ, με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Του υπενθυμίζει ότι υπάρχει ο τρόπος της Εκκλησίας που είναι ο τρόπος της αγάπης, της εξόδου από την αποκλειστικότητα του εγώ, της υπέρβασης του ιδίου θελήματος και του μοιράσματος, ενώ ο κόσμος ζητά τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από το εγώ, το δίκιο, το δικαίωμα. Γι’ αυτό ο κόσμος βασανίζεται πρόωρα. Όποιος πιστεύει στον Χριστό περνά σταυρούς, αλλά δεν είναι μόνος. Και μέσα από τη σχέση με τον Χριστό παίρνει ζωή και αλλάζει ζωή. Αυτή είναι η καινούργια αρχή που μπορούμε να κάνουμε ανά πάσα στιγμή και να αφήσουμε το πνεύμα και τον τρόπο του κακού στη άκρη, καθιστάμενοι εν Χριστώ νέοι, καινούργιοι άνθρωποι, με ελπίδα και στο τώρα και στην αιωνιότητα.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
5 Ιουλίου 2026. Κυριακή Ε’ Ματθαίου
https://www.nyxthimeron.com/

Νέος τρόπος ζωής



ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Κυριακή Ε΄ Ματθαίου – 5/7/2026
Του π. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΟΜΟΝΗ
Ο απόστολος Παύλος μάς παρουσιάζει σήμερα ένα τμήμα από την Προς Γαλάτας επιστολή του. Η συγκεκριμένη επιστολή γράφτηκε μεταξύ των ετών 52 και 55 μ.Χ. και παραλήπτες της ήταν τα μέλη της νεοσύστατης Εκκλησίας της Γαλατίας, περιοχής της Μικράς Ασίας. Στόχος του Παύλου είναι να θωρακίσει την πίστη των μελών αυτής της τοπικής Εκκλησίας απέναντι στους ιουδαΐζοντες χριστιανούς, οι οποίοι παρέμεναν προσκολλημένοι στα έθιμα της παλαιάς θρησκείας και ωθούσαν τους πιστούς προς αυτή την κατεύθυνση. Η επιστολή αποτελείται από έξι κεφάλαια και το απόσπασμα που ακούσαμε σήμερα περιλαμβάνει το τελευταίο τμήμα του πέμπτου κεφαλαίου και την αρχή του έκτου.
Ο συγγραφέας προσπαθεί εδώ να διαχωρίσει στη συνείδηση των μελών της Εκκλησίας τις επιθυμίες της σάρκας και τους καρπούς που αυτές γεννούν από τους καρπούς που προσφέρει η χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Οι επιθυμίες της σάρκας, όπως αναφέρει προηγουμένως, οδηγούν τον άνθρωπο στα μονοπάτια του θυμού, του φθόνου, της ακολασίας, της έριδας και των ποικίλων παθών. Από την άλλη πλευρά, ο καρπός του Πνεύματος, που καλλιεργείται στις πιστές και αγαθές καρδιές, είναι η αγάπη προς όλους ανεξαιρέτως, η χαρά που πηγάζει από τη λύτρωση την οποία προσφέρει ο Χριστός, η ειρήνη που χαρίζει η αγαθή συνείδηση, η μακροθυμία απέναντι σε όσους μας πληγώνουν, η αξιοπιστία των λόγων μας, η καλοσύνη και η διάθεση προσφοράς προς τον συνάνθρωπο.
Αν όμως συμβεί –κάτι που συμβαίνει συχνά– ο συνάνθρωπος να ολισθήσει σε κάποιο αμάρτημα, οι πνευματικοί οφείλουν, με πνεύμα πραότητας, να τον οδηγήσουν στον ασφαλή δρόμο του Χριστού.
Αγαπητοί μου, ο Παύλος σήμερα δεν περιορίζεται σε οργανωτικές συμβουλές προς τη νεοσύστατη αυτή Εκκλησία, αλλά παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του πραγματικού χριστιανού. Μέσα από όλα αυτά μας υπενθυμίζει ότι ο χριστιανισμός δεν εξαντλείται σε φιλοσοφικά ή κοινωνιολογικά σχήματα. Είναι ένας νέος τρόπος ζωής, ο οποίος εμπλουτίζεται από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Οι καρποί αυτοί οδηγούν τον άνθρωπο πιο κοντά στον Θεό και στον συνάνθρωπο.
Ακούγοντας σήμερα τις ζωτικής σημασίας συμβουλές του αποστόλου Παύλου, μπορούμε να αντιληφθούμε ποια γνωρίσματα οφείλουν να χαρακτηρίζουν όλους εμάς τους χριστιανούς. Μπορεί όλα αυτά να φαίνονται δύσκολα για την εποχή και την κοινωνία στην οποία ζούμε, όμως ο χριστιανός καλείται να αντιστέκεται στις επιθυμίες της σάρκας, να επιμένει, να υπομένει και να πορεύεται αδιάκοπα προς τη συνάντηση με τον Κύριο. Αμήν!

https://www.nyxthimeron.com/

Ναός Θεού ή σπήλαιο ληστών;



Του π. Δημητρίου Μπόκου 
Ερχόμενος στη χώρα των Γεργεσηνών ο Χριστός, συνάντησε δύο δαιμονισμένους ανθρώπους που έβγαιναν απ’ το νεκροταφείο της περιοχής, αφού τα μνήματα ήταν ο τόπος διαμονής τους. Ήταν σε τρομερά άθλια κατάσταση, «χαλεποί λίαν». Κανένας δεν τολμούσε να βρεθεί στον δρόμο τους. Ο Χριστός τους θεράπευσε, επιτρέποντας στα δαιμόνια που κατοικούσαν μέσα τους να μπουν, κατόπιν αίτησής τους, σε ένα κοπάδι χοίρων που έβοσκε παραπέρα. Οι χοίροι τότε όρμησαν όλοι μαζί στον παρακείμενο γκρεμό και έπεσαν στη θάλασσα (Κυριακή Ε΄ Ματθαίου). 
        Η παρουσία του Χριστού στον τόπο τους ήταν το εκπληκτικότε-ρο γεγονός που θα μπορούσε ποτέ να συμβεί στους Γεργεσηνούς. Ο Θεός ντυμένος την ανθρώπινη μορφή βρέθηκε τόσο κοντά τους, περπάτησε ανάμεσά τους. Τέτοιο πράγμα δεν είχε ξαναγίνει στην ανθρώπινη ιστορία. 
        Οι Γεργεσηνοί όμως, παρά τα ικανά τεκμήρια που τους δόθηκαν για να εκτιμήσουν το πρωτόγνωρο και ασυνήθιστο γεγονός, παρέ-μειναν εντελώς ανυποψίαστοι, εντελώς ξένοι, εντελώς αμέτοχοι σ’ αυτό. Έχασαν την ευκαιρία να αλλάξουν. Ποια αλλαγή θα μπορούσαν να πετύχουν; 
        Ο Χριστός δεν ήρθε για να καλυτερέψει απλώς την καλή ή κακή καθημερινότητα του ανθρώπου, αλλά να τον καλέσει να γίνει θεός. Πρότυπο στην προοπτική αυτή έθεσε τον εαυτό του. Ο Χριστός δεν έλεγε απλώς λόγια, αλλά έδειχνε τον εαυτό του, ως σκοπό, αποστολή και προορισμό του ανθρώπου. 
        Πρώτος ο Χριστός ως άνθρωπος έφερε εις πέρας με τέλειο τρόπο τον προορισμό αυτό. Έγινε ο ζωντανός ναός του Θεού. Μέσα του κατοικεί ολόκληρη η θεότητα. «Εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2, 9). Ο ίδιος αποδεχόταν ότι το σώμα του είναι ο αληθινός ναός του Θεού. «Εκείνος έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού» (Ιω. 2, 21). 
        Ο Τριαδικός Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο με αυτό τον σκοπό. Να γίνει ναός του Θεού, όπου θα λατρεύεται διηνεκώς η Αγία Τριάδα. Αυτό ξεκινάει με το βάπτισμα. Στον βαπτιζόμενο ενοικεί αμέσως το Άγιο Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό. 
        Ναός Θεού γίνεται ο άνθρωπος, όταν ζει με την προσευχή και τις άλλες αρετές. Πίστη, ελπίδα, αγάπη, υπομονή, μακροθυμία, πραότητα, ταπεινοφροσύνη, ειρήνη, νηστεία, αγρυπνία, μετάνοια. Δεν γνωρίζετε «ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» ρωτάει ο απόστολος Παύλος. «Υμείς γαρ ναός Θεού εστε ζώντος», γιατί είπε ο Θεός, θα «ενοικήσω εν αυτοίς» (Α΄ Κορ. 3, 16. Β΄ Κορ. 6, 16). 
        Στον αντίποδα βρίσκεται ο ναός του διαβόλου. Όποιος, αντί να λατρεύει με όλη την ψυχή και το σώμα του τον Θεό, φθείρει διά της αμαρτίας τον ναό του Θεού, γίνεται ναός του διαβόλου. Με κάθε αμαρτία λατρεύει τον διάβολο. Οι καταστροφείς όμως του ναού του Θεού, θα φθαρούν από τον Θεό (Α΄ Κορ. 3, 17). Θα επιτρέψει ο Θεός να καταστραφούν από τις αμαρτίες τους, να συρθούν στην απώλεια, τον όλεθρο, τον πνευματικό θάνατο. 
        Όταν ο άνθρωπος παύει να είναι ναός του Θεού, «οίκος προσευχής», εκπίπτει σε «σπήλαιον ληστών» (Ματθ. 21, 13). Οι παντοειδείς αμαρτίες, οι πονηροί λογισμοί, τα ποικιλόμορφα πάθη, σκοτώνουν οτιδήποτε θείο και άγιο υπάρχει στον άνθρωπο, καταληστεύουν και γκρεμίζουν τον ναό του Θεού. Σπήλαιο ληστών είχαν καταντήσει οι δύο δαιμονιζόμενοι των Γεργεσηνών, «χαλεποί λίαν». Οι ληστές δαίμονες είναι φτωχοί, δεν έχουν τίποτε να δώσουν στον άνθρωπο. Ρημάζουν μόνο, αφανίζουν ό,τι καλό υπάρχει μέσα του. 
        Ωστόσο ο Χριστός είναι εδώ. Στο πρόσωπό του είδαμε για πρώ-τη φορά τον αληθινό άνθρωπο. (Βλ. και αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Δογματική, σ. 398-402). 
        Μα η επιλογή παραμένει πάντοτε δική μας. Θα γίνουμε όπως αυτός, ναός Θεού, ή σπήλαιο ληστών; 

https://www.nyxthimeron.com/

Η δύναμη που ελευθερώνει τον άνθρωπο



(Ομιλία στην Κυριακή Ε΄ Ματθαίου – Ματθ. 8, 28-34)

Του π. Παναγιώτη Καποδίστρια
Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα μάς μεταφέρει στη χώρα των Γεργεσηνών. Εκεί ο Χριστός συναντά δύο ανθρώπους βασανισμένους από δαιμονικές δυνάμεις. Ζουν ανάμεσα στα μνήματα, μακριά από κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Η ύπαρξή τους έχει γίνει συνώνυμη του φόβου, της μοναξιάς και της δυστυχίας.
Με μία μόνο προσταγή, ο Κύριος φανερώνει την απόλυτη εξουσία Του. Τα πονηρά πνεύματα υποχωρούν μπροστά στον Δημιουργό της ζωής. Η παρουσία του Χριστού αποκαθιστά τον άνθρωπο στην αληθινή του αξία. Εκεί όπου κυριαρχούσε η σύγχυση, ανατέλλει η ειρήνη· εκεί όπου βασίλευε η διάλυση της προσωπικότητας, ανθίζει ξανά η ελευθερία.
Το γεγονός αυτό φανερώνει μία μεγάλη αλήθεια: ο Χριστός ήλθε για να λυτρώσει ολόκληρο τον άνθρωπο, σώμα και ψυχή. Η σωτηρία στην Εκκλησία αποτελεί θεραπεία της υπάρξεως, ανακαίνιση του νου, της καρδιάς και της ζωής. Ο άνθρωπος ξαναβρίσκει το πρόσωπό του και αποκτά τη δυνατότητα να αγαπά, να συγχωρεί, να δημιουργεί και να κοινωνεί με τον Θεό και τους αδελφούς του.
Εντυπωσιάζει όμως η στάση των κατοίκων της περιοχής. Αντί να χαρούν για τη θεραπεία των δύο συνανθρώπων τους, κυριαρχούνται από τη στενοχώρια για την απώλεια της αγέλης των χοίρων. Τα υλικά αγαθά βαραίνουν περισσότερο στη σκέψη τους από την αποκατάσταση δύο ανθρώπινων ψυχών. Έτσι παρακαλούν τον Χριστό να απομακρυνθεί από τα όριά τους.
Η εικόνα αυτή επαναλαμβάνεται συχνά και στις ημέρες μας. Ο πολιτισμός μας διαθέτει αφθονία μέσων, γνώσεων και τεχνολογίας. Παράλληλα όμως πολλοί άνθρωποι αισθάνονται εσωτερικά άδειοι, εγκλωβισμένοι σε φόβους, πάθη, εξαρτήσεις και απομόνωση. Η καρδιά διψά για νόημα, για αγάπη, για αλήθεια, για κοινωνία. Η συνάντηση με τον Χριστό εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αυθεντική απάντηση στη βαθύτερη δίψα του ανθρώπου.
Υπάρχει ακόμη ένα λεπτό αλλά σπουδαίο μήνυμα. Τα δαιμόνια αναγνωρίζουν αμέσως τον Χριστό ως Υιό του Θεού. Η γνώση όμως αυτή μένει άκαρπη, επειδή λείπει η αγάπη και η μετάνοια. Η αληθινή πίστη γεννιέται όταν η ομολογία συνοδεύεται από εμπιστοσύνη, ταπείνωση και έμπρακτη σχέση με τον Κύριο.
Η Εκκλησία μάς προσφέρει αδιάκοπα αυτή τη θεραπευτική πορεία. Το Μυστήριο της Εξομολογήσεως καθαρίζει την καρδιά, η Θεία Ευχαριστία ενώνει τον άνθρωπο με τον Αναστημένο Χριστό, η προσευχή φωτίζει τον νου, η μελέτη του Ευαγγελίου καλλιεργεί τη σοφία του Θεού και η αγάπη προς τον πλησίον γίνεται καρπός της χάριτος.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο Κύριος επέτρεψε την είσοδο των δαιμόνων στους χοίρους, ώστε να γίνει φανερό το καταστροφικό τους έργο και να γνωρίσουν όλοι πόσο ευεργετική είναι η προστασία του Θεού για κάθε άνθρωπο. Όταν ο Θεός περιφρουρεί τον άνθρωπο με τη χάρη Του, καμία δύναμη του κακού δεν μπορεί να κυριαρχήσει επάνω του.
Αγαπητοί μου,
Ο Χριστός εξακολουθεί να περνά από τη ζωή μας, όπως πέρασε τότε από τη χώρα των Γεργεσηνών. Χτυπά την πόρτα της καρδιάς μας με άπειρη πραότητα. Προσφέρει ειρήνη αντί ταραχής, ελευθερία αντί δουλείας, φως αντί συγχύσεως, ελπίδα αντί απογνώσεως.
Ας Τον υποδεχθούμε με χαρά! Ας Του παραδώσουμε κάθε τραύμα, κάθε φόβο και κάθε βάρος της ψυχής μας! Τότε η ζωή μας θα γίνει τόπος της παρουσίας Του και η καρδιά μας θα ψάλλει καθημερινά το θαύμα της θείας ελευθερίας! Γένοιτο!

https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



«Ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ…ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι…» (Ματθ. 8, 28).
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία μας θέτει ως ανάγνωσμα το περιστατικό της θεραπείας των δύο  δαιμονισμένων (ή του  ενός δαιμονισμένου κατά τον ευαγγελιστή Λουκά) της περιοχής των Γερσεσηνών ή Γαδαρηνών. Και τούτο διότι θέλει να μας τονίσει ότι ο Κύριος ήλθε στον κόσμο ως  ελευθερωτής των ανθρώπων όχι μόνον από την ασθένεια και τον πόνο, όχι μόνον από την αμαρτία και το αποτέλεσμα αυτού τον θάνατο, αλλά και από τον ίδιο τον αρχέκακο διάβολο, τον απαρχής «ανθρωποκτόνον». Ο Κύριος ήλθε, κατά τον λόγο της Γραφής, «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα λοιπόν με τρόπο ανάγλυφο μας δείχνει την εξουσία του Κυρίου, ο Οποίος συναντώμενος με τα δαιμόνια στα πρόσωπα ταλαίπωρων ανθρώπων, εκδιώκει αυτά, προσφέροντας στην κοινωνία τους θεραπευμένους ανθρώπους ως πραγματικούς ανθρώπους.
1. Ως εκ περισσού καταρχάς, ας υπενθυμίσουμε ότι τα δαιμόνια δεν αποτελούν αποκύημα της φαντασίας κάποιων ανθρώπων, ευρισκομένων σε νηπιακό επίπεδο ζωής, όπως αρέσκονται άθεοι άνθρωποι να λένε, ή μυθοποιημένο προσωποποιημένο περίβλημα απλώς της ύπαρξης του κακού, κατά την αποχριστιανοποιημένη τοποθέτηση ετεροδόξων «χριστιανών». Τα δαιμόνια υφίστανται και κατά την πίστη μας συνιστούν δημιουργήματα του Θεού, τα οποία ενώ δημιουργήθηκαν ως πνεύματα αγαθά, προκειμένου να υπηρετούν τον Θεό και το άγιο θέλημά Του, όμως λόγω της κακής χρήσης της προαιρέσεώς τους διεφθάρησαν και ξέπεσαν, γενόμενα πνεύματα πονηρά, τα οποία αντίκεινται έκτοτε  στον Θεό - η πτώση τους ήταν και ένα είδος θανάτου τους - προσπαθώντας όχι μόνον να βρίσκονται σε ανυπακοή προς Εκείνον, αλλά και να καταστρέφουν την όποια δημιουργία του Θεού, κυρίως τον άνθρωπο. Βεβαίως, ο Θεός δεν καταστρέφει τα δημιουργήματά Του αυτά – ο Θεός ποτέ δεν καταστρέφει την δημιουργία Του – τα κρατάει στην ύπαρξη δε, ώστε, έστω και με τον αρνητικό τρόπο δράσεώς τους, να εξυπηρετούν το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου.
2. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται στη χώρα των Γεργεσηνών, για να συναντήσει συγκεκριμένους ανθρώπους, ευρισκομένους υπό κατοχήν  δαιμονίων,  και να τους απελευθερώσει από την κόλαση της παρουσίας τους. Διότι τα δαιμόνια, εισερχόμενα στον άνθρωπο, δημιουργούν πράγματι μία κατάσταση κολάσεως, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους γύρω του ανθρώπους, αλλά και για το φυσικό περιβάλλον. Το  σημερινό ευαγγέλιο – συνδυαζόμενο και με το αντίστοιχο, πιο «εμπλουτισμένο», του αγίου Λουκά - με ανάγλυφο τρόπο μας περιγράφει την τραγωδία του δαιμονισμένου ανθρώπου: (α) καταρχάς ζει με μία παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και αυτοσυνειδησίας. Μη αντέχοντας ρούχο επάνω του, γυμνός, χωρίς ταυτότητα και όνομα («λεγεών» δίνει το όνομα ο δαίμων αντί του ανθρώπου στο «συμπληρωματικό» αντίστοιχο ανάγνωσμα του Λουκά) δεν είναι ο εαυτός του – ο δαιμονισμένος χάνει ό,τι τον συνδέει με την ίδια την ανθρώπινη ψυχοσωματική του οντότητα και βιώνει την κατάσταση της πνευματικής νέκρωσης.
(β) Έπειτα, η σχέση του με τους συνανθρώπους του δεν υφίσταται. Ο δαιμονισμένος αδυνατεί να συνυπάρξει με τους άλλους. Ζει στα μνήματα και σε έρημους τόπους. Οι κατοικημένες περιοχές τον οδηγούν σε «ασφυξία». Κι όχι μόνον αυτό. Είναι και το φόβητρο των ανθρώπων. Τον έβλεπαν και τον έτρεμαν. Εμφορούμενος από δυνάμεις πέραν του κανονικού, λόγω των δαιμονίων, τον αλυσόδεναν, κι αυτός έσπαγε τις αλυσίδες και έφευγε. Αλλά αυτό είναι ο ορισμός της κόλασης. Η Εκκλησία μας έτσι ορίζει την κόλαση του ανθρώπου: ως αδυναμία σχέσης με τους άλλους, ως παντελή έλλειψη κοινωνίας με τον συνάνθρωπο.
(γ) Αλλά και με το φυσικό περιβάλλον υπήρχε πρόβλημα. Ο δαιμονισμένος προκαλούσε καταστροφές. Η παρουσία του συνδεόταν με τέτοιες ενέργειες, που αναγκάζονταν να τον αλυσοδένουν, για να ηρεμούν. Χωρίς βεβαίως αποτέλεσμα. Ο διάβολος μισεί όλη τη δημιουργία. Πρωτίστως τους ανθρώπους, αλλά και όλα τα πλάσματα του Θεού.
3. Τα πράγματα λοιπόν αλλάζουν από τη στιγμή που ο Κύριος δίνει εντολή τα δαιμόνια να φύγουν από τον δαιμονισμένο (ή τους δαιμονισμένους). Μπορεί εκείνα να είχαν υποχείριο τον αδύναμο αυτόν άνθρωπο, μπροστά στην εξουσία όμως Εκείνου, τρέμουν, αποκαλύπτοντας την άκρα αδυναμία τους: «Δέομαί σου, μη με βασανίσης!» Τρέμουν τον Κύριο, τον παρακαλούν, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ Εκείνου και αυτών:  «Τι εμοί και εσοί, Ιησού, υιέ του Θεού του Υψίστου;». Κι ακόμη: Του ζητούν  να επιτρέψει να εισέλθουν στους χοίρους – ούτε στους χοίρους δεν έχει εξουσία κανονικά ο διάβολος - κάτι που ο Κύριος επιτρέπει. Ίσως, όπως σημειώνουν οι ερμηνευτές Πατέρες,  για να δείξει ότι ο άνθρωπος έχει τη μεγαλύτερη αξία, ίσως ότι όπου εισέλθει ο διάβολος προκαλούνται καταστροφές. Σημασία έχει ότι ο διάβολος είναι αδύναμος. Και πώς όχι; Η δύναμή Του καταργήθηκε από τη στιγμή που ο Κύριος ήλθε στον κόσμο, κατεξοχήν δε με την άνοδό Του πάνω στον Σταυρό και την κάθοδό Του στον Άδη. Εκεί, και ο πονηρός «ετρώθη την καρδίαν», κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας, αλλά και το όπλο του, η αμαρτία, έπαυσε να υπάρχει κατά τρόπο αναγκαστικό. Και μαζί με αυτά βεβαίως και το αποτέλεσμα της αμαρτίας, ο θάνατος.
Η παντοδυναμία λοιπόν του Κυρίου απελευθερώνει τον δαιμονισμένο και αυτός πια γίνεται πραγματικός άνθρωπος, με καταπλήσσουσα πια ψυχοσωματική ισορροπία. Δηλαδή, αποκτά συνείδηση του εαυτού του και αυτοσεβασμό: «ιματισμένος και σωφρονών» (Λουκάς). Σταματά να είναι επιθετικός προς τους άλλους, έχοντας υγιή κοινωνικότητα: κάθεται «παρά τους πόδας του Ιησού». Κι όχι μόνον αυτό: αισθάνεται ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο, την οποία εκφράζει με τη διάθεση να παραμείνει κοντά Του και να Τον ακολουθεί. Και μπορεί ο Κύριος να μην αποδέχτηκε το αίτημά του – άλλους είχε καλέσει για να είναι οι μαθητές Του – του αναθέτει όμως άλλη αποστολή: «υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. Και απήλθε καθ’  όλην την πόλιν, κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς». Αυτοσεβασμός, κοινωνικότητα, ιεραποστολική διάθεση, θετική παρουσία στον κόσμο: το αποτέλεσμα της αληθινής σχέσεως του ανθρώπου με τον Χριστό.
4. Σήμερα τι γίνεται; Μετά τον ερχομό του Κυρίου και την κατάργηση ουσιαστικά του διαβόλου, δρα ο διάβολος; Έχει δύναμη; Η απάντηση είναι γνωστή και διαρκώς την κηρύσσει η Εκκλησία μας. Ο διάβολος βεβαίως είναι ανίσχυρος και οριστικά ηττημένος, όμως παίρνει δύναμη εκεί που δεν υφίσταται ο Χριστός. Δηλαδή, πρώτα στους αβάπτιστους ανθρώπους, εκείνους που δεν έχουν γνωρίσει τον Κύριο ή δεν θέλουν να Τον αποδεχθούν στη ζωή τους – «το πανηγύρι μας είναι οι ειδωλολάτρες» είχε πει κάποτε σ’  έναν σύγχρονο ιεραπόστολο ένας δαιμονισμένος. Κι έπειτα, ακόμη και στους βαπτισμένους και χρισμένους χριστιανούς, οι οποίοι δεν έχουν πάρει στα σοβαρά την πίστη τους και ζουν, κατά τον λόγο του αποστόλου, ως «άθεοι εν τω κόσμω». Διότι δεν αρκεί μόνον το βάπτισμα και το χρίσμα και τα λοιπά μυστήρια της Εκκλησίας, αλλά και η θέληση του ανθρώπου. Αν και ο άνθρωπος δεν συνεργήσει, με την τήρηση των εντολών του Χριστού, κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, τότε η χάρη των μυστηρίων μένει ανενέργητη, συνεπώς βρίσκει δίοδο ο διάβολος για να «πειράζει» τον άνθρωπο, κάνοντάς τον να βρίσκεται υπό την επήρειά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτήν την περίπτωση είναι γνωστό. Ό,τι είδαμε στον δαιμονισμένο του ευαγγελίου, σε κάποιο βαθμό το βλέπουμε κι εδώ: ο άνθρωπος ή έχει διαγράψει τον Θεό ή Τον τρέμει και προσπαθεί να αποφεύγει οτιδήποτε σχετίζεται με Αυτόν, είναι συνήθως  αντικοινωνικός και επιθετικός με τους συνανθρώπους του, δεν σέβεται το φυσικό του περιβάλλον, το δε χειρότερο: μέσα του ζει με ανασφάλειες και άγχη, με θλίψη και μελαγχολία, με ανησυχία και ταραχή, πράγματα που συνιστούν πράγματι ένα είδος κι εδώ κολάσεως. Ο ίδιος ο Κύριος έχει επιβεβαιώσει ότι ο άνθρωπος που ελευθερώθηκε από τον διάβολο και δεν προσέχει στη συνέχεια, δέχεται επίθεση δαιμονική, πολύ χειρότερη εκείνης που βίωνε στο παρελθόν. «Το πονηρόν πνεύμα παραλαμβάνει έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού και εισέρχεται εις τον άνθρωπον».
Να ανήκουμε στον Χριστό, να είμαστε του Θεού, μέλη Εκείνου και καλυμμένοι από Εκείνον, στην ψυχή και στο σώμα, και να μας «δουλεύει» ο διάβολος, τούτο συνιστά τη μεγαλύτερη τραγωδία. Τι δικαιολογία άραγε μπορεί να έχουμε; Τον διάβολο όμως τον «τρέφουμε» εμείς με την κακή ζωή μας. Η μόνη λύση και θεραπεία είναι η με δύναμη και αγάπη στροφή προς τον Χριστό. Δηλαδή η εκκλησιοποίηση της ζωής μας.

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΕΝ Τῼ ΑΘῼ




Τή μεγαλωσύνη τοῦ σήμερον 5 ᾽Ιουλίου ἑορταζομένου ὁσίου φανερώνει ἡ ᾽Εκκλησία μας ποικιλοτρόπως στήν ὑμνολογία της, κατεξοχήν ὅμως στούς στίχους τοῦ συναξαρίου του, ὅπου μεταξύ ἄλλων ἀναφέρει: ῾Μέγας μέν ᾽Αντώνιος, ἀρχή Πατέρων. Θεῖος δ᾽ ᾽Αθανάσιος ἔνθεον τέλος᾽. Τόν ἀντιπαραβάλλει δηλαδή μέ τόν μέγιστο τῶν ἁγίων ὅσιο ᾽Αντώνιο, τόν πλησίον τοῦ Θεοῦ ἀναπαυόμενο, κατά τό Γεροντικόν, κάτι πού φανερώνει ἀκριβῶς καί τό ὕψος τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου ᾽Αθανασίου. ῾Ὁ ᾽Αθανάσιος καταγόταν ἀπό τήν Τραπεζοῦντα, εἶχε φιλόθεους γονεῖς, πού σύντομα ἔφυγαν ἀπό τή ζωή αὐτή, ὁπότε τόν ἀνέλαβε κάποια θεία μοναχή, ἡ ὁποία τοῦ ἔδωσε καί τή δυνατότητα νά μαθητευθεῖ καί στά θεία γράμματα. Ἡ φιλομάθειά του ὅμως ἦταν πολύ μεγάλη καί γι᾽ αὐτό θέλησε ῾εἰς ἀκρότητα φθάσαι παιδεύσεως᾽, κάτι πού κατώρθωσε ἐρχόμενος στήν Κωνσταντινούπολη. ᾽Εκεῖ ὄχι μόνο συνέχισε νά μαθαίνει, ἀλλά σύντομα ἔγινε καί δάσκαλος στή σχολή πού πρίν ἦταν μαθητής, καί μολονότι νέος στήν ἡλικία ἀπέκτησε γεροντικό φρόνημα, μέ κύρια γνωρίσματα τή σωφροσύνη καί τήν ἀσκητική σκληραγωγία. Ἡ ἀγάπη του πρός τόν Θεό τόν ὁδηγεῖ σέ μοναστήρι στό ὄρος Κυμινᾶ, ὅπου ἦταν ἡγούμενος ἱερός ἄνδρας, ἐγνωσμένης ἀρετῆς, ῾ἀκριβέστατος γυμναστής τοῦ μοναδικοῦ πολιτεύματος᾽, καθοδηγώντας τούς ὑπ᾽ αὐτόν μοναχούς πρός τήν οὐράνια πολιτεία, ὁ Μιχαήλ Μαλεΐνος. Στό μοναστήρι αὐτό συγκαταλέγεται ὁ ὅσιος καί μετονομάζεται σέ ᾽Αθανάσιο ἀπό ᾽Αβράμιος πού λεγόταν μέχρι τότε, ἀποδυόμενος σέ ἀγῶνες δουλαγωγίας τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, μέ μοναδική ἀπόβλεψη τήν ἐν οὐρανοῖς πολιτεία. ᾽Από ἐκεῖ, λόγω τῆς τιμῆς πού ἄρχισε νά τοῦ προσάγεται γιά τίς ἀρετές του, ἀναχωρεῖ γιά τόν ῎Αθω, πού μέ αὐτόν θά ἐξελιχτεῖ σέ ῞Αγιον ῎Ορος, γινόμενος ὑποτακτικός σέ κάποιο γέροντα, ὁπότε καί ἐκεῖ ῾πολλούς ἐκχέει τούς πνευματικούς ἱδρῶτας᾽. Κατά θεία ἀποκάλυψη, εἰσέρχεται στά ἐνδότερα τοῦ ῎Ορους γιά μείζονα πνευματικά παλαίσματα, ἀλλά τόν ἀναγνωρίζει κάποιος γνωστός, ὁ ὁποῖος τόν φέρνει σ᾽ ἐπαφή μέ τόν αὐτοκράτορα Νικηφόρο Φωκᾶ, μέ τόν ὁποῖο εἶχαν παλαιότερα συνδεθεῖ, ἀφοῦ εἶχε ὑπάρξει ὁ ὅσιος πνευματικός του. Ὁ αὐτοκράτορας τόν πείθει νά ἀνεγείρει ναό ἐπ ᾽ὀνόματι τῆς Παναγίας, στέλνοντάς του ἀρκετό χρυσάφι, καί νά κτίσει μάλιστα καί κελλιά πρός ἐγκατάσταση μοναχῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων ὑπόσχεται ὅτι θά συγκαταλεχθεῖ  καί ὁ ἴδιος, κάτι πού δέν γίνεται ποτέ. ᾽Αφοῦ τελικῶς ἔφτιαξε πολυάνθρωπη Λαύρα (σημ.:τή Μονή Μεγίστης Λαύρας) μέ μεγάλους κόπους ὁ ὅσιος, ἐκδημεῖ ἀπό τή ζωή αὐτή, καί μάλιστα μέ μαρτυρικό τέλος. Διότι καθώς δέν ὑποχωροῦσε τό θεῖο αὐτό διαμάντι  στούς  βαρύτατους κόπους, βιαζόταν νά τελειοποιήσει τόν τροῦλλο τοῦ ναοῦ, ὁπότε ὅταν ἀνέβηκε νά ἐπιβλέψει τό ἔργο, ἕνα τμῆμα τοῦ κατασκευαζομένου ἔργου ὑποχώρησε, μέ ἀποτέλεσμα νά καταχώσει στά χώματα αὐτόν μαζί μέ ἄλλους ἕξι. Ὅταν τόν ἀνέσυραν εἶχε  ἤδη παραδώσει στόν Κύριο τήν ἁγία του ψυχή. Ὁ ὅσιος καί ὅσο ζοῦσε, ἀλλά καί μετά θάνατον ἔκανε πολλά θαύματα, τοῦ Κυρίου θέλοντος καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά δείξει τήν ἁγιότητα τοῦ πιστοῦ δούλου του᾽.
Ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος ἀνήκει σ᾽ ἐκείνους τούς ὁσίους, πού, ὅπως εἴπαμε καί στήν ἀρχή, ἔχει δεχθεῖ πλῆθος ἐγκωμίων ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας λόγω τῆς μεγαλωσύνης του. Ὑπῆρξε, κατά τόν ὑμνογράφο, ῾ἡδύς, εὐθύς καί χρηστός, ἐπιεικής τε καί μέτριος, εὐπρόσιτος, προσηνής, ἐλεήμων, ἱλαρός τοῖς τρόποις᾽, ἀλλά καί ῾πενήτων προμήθεια, χηρῶν προστάτης, προνοητής ὀρφανῶν, λυπουμένων ταχεῖα παραμυθία, κινδυνευόντων  λιμήν, ἀδικουμένων ἀντίληψις, χριστομίμητος τοῖς ἤθεσι᾽. Τό θεωρούμενο παράδοξο στούς ἐπαίνους αὐτούς εἶναι ὅτι τονίζουν τή σχέση τοῦ ἁγίου μέ τούς συνανθρώπους του, εἴτε μοναχούς εἴτε κοσμικούς, σχέση πού χαρακτηρίζεται ἀπό τή μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου πρός αὐτούς. ᾽Ενῶ ἴσως θά περίμενε κανείς νά τονιστεῖ μονοδιάστατα ἡ ἀγάπη του πρός τόν Θεό, μέ τά κύρια στοιχεῖα τῆς ἐγκρατείας καί τῆς σκληραγωγίας τῆς σάρκας – εἴδαμε τό πόσο ἀφιερωμένος ἦταν στόν Θεό ὁ ἅγιος καί πόσο ταλαιπωροῦσε ἀκριβῶς τό σῶμα του μέ ἀσκητικές ἀγωγές - ὅμως ταυτοχρόνως μέ αὐτά βλέπουμε τήν τρυφερότητα τῆς καρδιᾶς του καί τό τεράστιο ἐνδιαφέρον του γιά τά κοινωνικά προβλήματα. Μάλιστα ὁ ὅσιος λειτουργοῦσε ὡς μαγνήτης, πάλι κατά τόν ὑμνογράφο, ὁ ὁποῖος τραβοῦσε πρός αὐτόν τούς ἀνθρώπους μέ τή γλυκύτητα τῆς διδασκαλίας του, ἀλλά καί μέ ῾τό σεπτόν καί χαρίεν αὐτοῦ πρόσωπον᾽.
 Δέν μᾶς παραξενεύει ὅμως τοῦτο. Διότι ἡ χριστιανική μας πίστη, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, ποτέ δέν τονίζει τήν ἀγάπη μόνη πρός τόν Θεό, χωρίς τήν ἄλλη διάστασή της, τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διαρκῶς βοᾶ ὅτι ἀπόδειξη τῆς ὕπαρξης τῆς μιᾶς ἀγάπης εἶναι ἡ ὕπαρξη καί τῆς ἄλλης. ῎Ετσι ἀγάπη πρός τόν Θεό μόνη δέν ὑπάρχει. Ὑπάρχει στόν βαθμό πού ἐνεργοποιεῖται ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, ὅπως ἀκριβῶς βεβαίως συμβαίνει καί ἀντιστρόφως. Καί αὐτό εἶναι τό κριτήριο, μέ τό ὁποῖο κρίνουμε τά πάντα. Πού σημαίνει: ὅπου ὑπάρχει κοινωνική προσφορά ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Θεό, ἐκεῖ βάζουμε ἐρωτηματικό: ὑπάρχει κρυμμένος ἐγωϊσμός. Ὅπου ὑπάρχει στροφή πρός τόν Θεό, μέ προσευχές καί νηστεῖες καί ἀγρυπνίες, χωρίς τρυφερότητα καρδιᾶς πρός τόν συνάνθρωπο, καί ἐκεῖ βάζουμε ἐρωτηματικό: ὐπάρχει ἕνας κρυμμένος φαρισαϊσμός.
Ἡ μεγάλη φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία τοῦ ἁγίου ὅμως, πού εἵλκυσε ἰδιαιτέρως τόν Θεό, ὥστε νά τόν κάνει πλούσιο ῾καταγώγιον᾽ τοῦ Πνεύματός Του, δέν θά ἦταν κατορθωτή, ἄν δέν στηριζόταν σέ αὐτό πού γνωρίζει καί ὁ πιό ἀρχάριος χριστιανός: τήν ταπείνωση. Πολλές φορές ἔχει τονιστεῖ ὅτι βάση ὅλων τῶν ἀρετῶν εἶναι ἡ ταπείνωση, διότι ῾ἀπούσης αὐτῆς πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα᾽ κατά τόν τῆς Κλίμακος ᾽Ιωάννη. Κι αὐτό εἶναι πράγματι τό παράδοξο: ὅσο ἀπέφευγε ὅ ὅσιος ᾽Αθανάσιος τή δόξα, τόσο χάριτι Θεοῦ αὐτή τόν κυνηγοῦσε. Μόλις γινόταν γνωστός καί ἄρχιζε ὁ κόσμος νά τόν τιμᾶ, ἔφευγε. Κι ὁ Θεός ἔφερνε ἔτσι τά πράγματα ὥστε νά γίνεται καί πάλι γνωστός. Διότι ὁ ὅσιος τό μόνο πού εἶχε κατά νοῦ δέν ἦταν οὔτε νά διδάσκει οὔτε νά κάνει κοινωφελῆ ἔργα οὔτε ὁτιδήποτε ἀπό αὐτά πού θαυμάζουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὡς κοινωνική προσφορά. Ἡ προτεραιότητα τοῦ ὁσίου ἦταν νά εἶναι μαζί μέ τόν Θεό καί νά καθαρίζει τήν καρδιά του, μέ τήν τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Μέ τό ὅραμα αὐτό στό νοῦ του ἀκολουθοῦσε τό θέλημα ᾽Εκείνου, τό ὁποῖο βεβαίως τόν ὁδηγοῦσε καί στό νά φτιάξει μοναστήρι καί λαύρα καί στό νά γίνει ῾λιμήν᾽ τῶν πάντων, ἀκόμη καί τῶν κοσμικῶν. Ὁπότε ὁ Κύριος ἐφήρμοσε στόν πιστό δοῦλο Του ἐκεῖνο πού ἔχει ὑποσχεθεῖ: ῾Τούς δοξάζοντάς με δοξάσω᾽, ὄχι μόνον μετά θάνατο, ἀλλά καί στή ζωή αὐτή. ῾Ταῖς ἁγίαις πρεσβείαις αὐτοῦ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. ᾽Αμήν᾽.

https://pgdorbas.blogspot.com/2011/07/blog-post_8246.html

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 5 Ἰουλίου 2026 (Ε' Ματθαῖου)
† Μνήμη τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ ἐν τῷ Ἄθῳ
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. η' : 28-34, θ' : 1
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι, ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν, λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Ἦν δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. Οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑπάγετε. Οἱ δὲ ἐξελθόντες, ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ ἰδοὺ, ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. Οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον· καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν, ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἰδόντες αὐτὸν, παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον, διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. ε' : 22-26, στ' : 1-2
Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. ᾽Αδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πραότητος· σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. ᾽Αλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.