Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Μην δικαιολογούμεθα,ότι δεν έχουμε χρόνο για να πάμε στην Εκκλησία.




Μην δικαιολογούμεθα,ότι δεν έχουμε χρόνο για να πάμε στην Εκκλησία.
Δεν θέλουμε να πάμε στην Εκκλησία,διότι δεν είμαστε ερωτευμένοι με το Χριστό,
δεν είμαστε ερωτευμένοι με την Παναγία μας,δεν είμαστε ερωτευμένοι με την Εκκλησία…
Θα έρθει εποχή λέγει μια παράδοσις,που τρεις εκκλησίες θα μείνουν:
Του Παναγίου Τάφου,του Μεγάλου Αθανασίου του Αθωνίτου στο Άγιον Όρος
και της Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο.
Αν ήμασταν ερωτευμένοι, βουνά, θάλασσες και λαγκάδια θα διασχίζαμε, για να έρθουμε στην Εκκλησία.
Στο εξωτερικό, οι άνθρωποι από 200 και 300 χιλιόμετρα τρέχουν κάθε Κυριακή, για να πάνε στην Εκκλησία. Και εμείς βλασφημούμε τον παπά, πού χτύπησε την καμπάνα Κυριακή το πρωί και μας ξύπνησε από τον ύπνο.
Εμείς αντί να πάμε το πρωί στην Εκκλησία, ερχόμαστε τα ξημερώματα από την διαφθορά.

+Δημήτριος Παναγόπουλος,Ιεροκήρυκας
https://proskynitis.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ



«Ο άγιος Τιμόθεος ήταν από την πόλη Λύστρα, από πατέρα ειδωλολάτρη και  μητέρα Ιουδαία, που λεγόταν Ευνίκη. Μαθήτευσε στον απόστολο Παύλο και έγινε συνεργός του και κήρυκας του θείου Ευαγγελίου, οπότε πήγε με τον άγιο Ιωάννη τον ιδιαιτέρως αγαπημένο μαθητή του Κυρίου και κατέστη από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο επίσκοπος Εφέσου. Όταν λοιπόν εκβράστηκε ο άγιος Ιωάννης από τη θάλασσα (όπως ιστορεί και στα συγγράμματά του ο Ειρηναίος ο επίσκοπος Λουγδούνων) και πήγε πίσω στην Έφεσο, κι ύστερα οδηγήθηκε στη νήσο Πάτμο από τον βασιλιά Δομετιανό ως εξόριστος, αυτός ο μακάριος Τιμόθεος πήρε τη θέση του στην επισκοπή των Εφεσίων. Κάποτε λοιπόν που οι ειδωλολάτρες, σε κάποια πατροπαράδοτη εορτή τους που ονομαζόταν «Καταγώγιο», στην πόλη των Εφεσίων, κρατούσαν είδωλα στα χέρια τους και έβαζαν κάποια από αυτά σαν προσωπεία πάνω τους και τραγουδούσαν με αυτά και επετίθεντο σε άνδρες και γυναίκες με ληστρικό τρόπο και έκαναν φονικά, ο μακάριος Τιμόθεος δεν άντεξε να βλέπει το άτοπο των ενεργειών τους, αλλά αντιθέτως έλεγχε τη μάταια αυτή πλάνη τους, προτρέποντάς τους να αφήσουν τις αισχρές  πράξεις, οπότε φονεύτηκε από αυτούς, καθώς του επετέθησαν με ρόπαλα. Ύστερα δε το άγιο λείψανό του μετακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων, όπου τελείται και η Σύναξή του».
Ο άγιος απόστολος Τιμόθεος θεωρείται ο αγαπημένος μαθητής του αποστόλου Παύλου, τον οποίον ακολουθούσε συχνά στις ιεραποστολικές περιοδείες του και από τον οποίο δέχτηκε και τις δύο γνωστές ομώνυμές του επιστολές της Καινής Διαθήκης, την Α΄ και Β΄ προς Τιμόθεον. Και ως μαθητής του Παύλου, η αναφορά του ήταν προς τον Χριστό - αυτό είναι το γνώρισμα της ορθής μαθητείας στους αποστόλους˙ να ακολουθούν τα ίχνη του Κυρίου. Διότι οι απόστολοι, ως γνωστόν, δεν είχαν γύρω τους μαθητές-οπαδούς, δεν δημιουργούσαν ένα είδος πνευματικού «γκέτο», αλλά αυτούς που τους ακολουθούσαν τους προσανατόλιζαν αμέσως στον μόνον Σωτήρα των ανθρώπων, τον Ιησού Χριστό. Εκείνον φανέρωναν οι ίδιοι, Εκείνον λοιπόν και «έβλεπαν» οι μαθητές τους. Η υμνολογία της εορτής του αγίου Τιμοθέου  απαρχής, ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού, το ξεκαθαρίζει: «Θεόφρον Τιμόθεε, ήπιες τον χείμαρρο της ομορφιάς του Θεού και φρονώντας σαν Εκείνον πότισες αυτούς που ποθούν θερμά τη γνώση Του, μιμούμενος τον Χριστό». Ενώ ήταν μαθητής του Παύλου, τον Θεό «έπινε», Εκείνον δίδασκε, τον Χριστό εμιμείτο. Ο απόστολος Παύλος υπήρξε «καταπέλτης» σ’ εκείνους που θέλησαν να αλλοιώσουν την αλήθεια αυτή στην Κόρινθο. Όταν κάποιοι αποπειράθηκαν να ομαδοποιηθούν με κέντρο κάποιους αποστόλους και όχι τον Χριστό, εκείνος αμέσως αντέδρασε με οξύτητα: «Τι είναι ο Πέτρος ή ο Παύλος ή ο Απολλώς; Μήπως αυτοί σταυρώθηκαν για χάρη σας; Του Χριστού είμαστε όλοι και σε Εκείνον ανήκουμε».
Η κλήση του να γίνει χριστιανός και η συγκατάλεξή του μάλιστα στη χορεία των αποστόλων δεν ήταν του Παύλου ή κάποιου άλλου αποστόλου. Μπορεί ο απόστολος Παύλος να ήταν το μέσο της κλήσεώς του, όμως Εκείνος που γοήτευσε την καρδιά του και την έλκυσε προς Αυτόν ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος «βλέποντας ως προγνώστης και παντογνώστης  την ομορφιά της διανοίας του τον αξίωσε να συλλειτουργεί με τους θείους αποστόλους, Αυτός που με τη σοφή Του πρόνοια φροντίζει για εμάς». Η θέση αυτή του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους για τον άγιο Τιμόθεο  συνιστά αποκάλυψη στην ουσία του ίδιου του Χριστού για όλους τους ανθρώπους. «Ουδείς δύναται ελθείν προς με – είπε ο Κύριος – εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν», κανείς δεν έρχεται προς τον Χριστό, χωρίς να ελκυστεί από τον Θεό Πατέρα. Κανείς με άλλα λόγια δεν γίνεται χριστιανός από μόνος του, άρα κανείς άνθρωπος, όσο σπουδαίο ευαγγελικό έργο και αν επιτελεί, δεν μπορεί να καυχηθεί γι’ αυτό: ούτε για τη δύναμη του κηρύγματός του ούτε για τη μεθοδικότητα και την οργανωτικότητά του. Αυτά είναι απλά μέσα, συνιστούν ίσως το πλαίσιο, δεν είναι όμως ο πυρήνας. Η χάρη του Θεού είναι η ουσία, γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος σε άλλο σημείο των λόγων του φτάνει στο σημείο να λέει, εξαφορμής κάποιων που κήρυσσαν το όνομα του Χριστού από αντιπαλότητα προς τον ίδιο: είτε από καλή διάθεση το κάνουν είτε αντιδραστικά, αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι «Χριστός καταγγέλλεται», ο Χριστός κηρύσσεται.
Η αλήθεια ότι ο Θεός κινεί τα νήματα της κλήσεως τελικώς του ανθρώπου με τη συνέργεια απλώς των ανθρώπων, δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μία υποβάθμιση όμως του ανθρώπινου παράγοντα. Η ισορροπία είναι λεπτή. Αν ο ίδιος ο Κύριος επανέλαβε τον Γραφικό λόγο ότι «δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις έθνεσι», δηλαδή ότι το όνομα του Θεού βλασφημείται από τους απίστους εξαιτίας των θεωρουμένων κακών εκπροσώπων Του, αυτό σημαίνει ότι και ο ανθρώπινος παράγων δεν είναι αμελητέος ως προς το να κερδηθεί ή να χαθεί ο συνάνθρωπος. Γι’ αυτό και έχει τεράστια σημασία να εκφράζεται η ορθή πίστη στον άνθρωπο ως ορθή πράξη. Ο άγιος υμνογράφος στην τρίτη ωδή του κανόνα του για τον άγιο Τιμόθεο επισημαίνει και τη διάσταση αυτή. «Με τη νέκρωση των μελών της σαρκός σου, δηλαδή του αμαρτωλού σου φρονήματος, μακάριε Τιμόθεε,  υπέταξες το χειρότερο στον φωτισμένο από τον Θεό λόγο, δίνοντας την ηγεμονία στο ανώτερο. Και έτσι κυριάρχησες στα πάθη σου και έκανες φαιδρά και λαμπρή  την ψυχή σου, καθώς ρυθμιζόσουν από τα διδάγματα του Παύλου».
Ο απόστολος Παύλος ήταν ο Γέροντας, για να χρησιμοποιήσουμε μεταγενέστερο εκκλησιαστικό όρο, του Τιμοθέου. Εκείνος τον ρύθμιζε, τον καθοδηγούσε για να υπερβεί ο Τιμόθεος τα πάθη του, να καθαρίσει την καρδιά του, να φωτιστεί από τον Θεό, να βρει τον Θεό. Κι αυτό το έκανε μ’ έναν διπλό τρόπο: πρώτα με την αγιασμένη του ζωή: «Ο σταθερός μαθητής του θείου Παύλου, ακολουθεί τα ίχνη του διδασκάλου»∙ έπειτα με τη διδασκαλία του, είτε την προφορική είτε τη γραπτή μέσω των επιστολών του. Οι επιστολές μάλιστα που του έστελνε δεν είχαν χαρακτήρα  τυπικό ή απλώς συναισθηματικό, αλλά ήταν κατά κυριολεξία «ιερουργία του ευαγγελίου». Ο απόστολος παντού και πάντοτε βρισκόταν «κατ’ ενώπιον του Θεού», «πάντα ενεργών εις δόξαν Θεού». «Ιερουργούσε το ευαγγέλιο του Χριστού από το ύψος των αρετών ο θειότατος Παύλος και με χαρά σού έστειλε ως μαθητή του, Τιμόθεε, θεόγραφες επιστολές».  Θα ήταν μεγάλη ευλογία να μελετούσαμε ή να ξαναμελετούσαμε τις επιστολές αυτές του αποστόλου Παύλου. Θα ήταν και πάλι ένας ευαγγελισμός των ψυχών μας.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ζ´ 24 - 30
24 Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἀπῆλθεν εἰς τὰ μεθόρια Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ εἰσελθὼν εἰς οἰκίαν οὐδένα ἤθελε γνῶναι, καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν. 25 ἀκούσασα γὰρ γυνὴ περὶ αὐτοῦ, ἧς εἶχε τὸ θυγάτριον αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἐλθοῦσα προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ· 26 ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει· καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα τὸ δαιμόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· Ἄφες πρῶτον χορτασθῆναι τὰ τέκνα· οὐ γάρ ἐστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ τοῖς κυναρίοις βαλεῖν. 28 ἡ δὲ ἀπεκρίθη καὶ λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε· καὶ τὰ κυνάρια ὑποκάτω τῆς τραπέζης ἐσθίουσιν ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν παιδίων. 29 καὶ εἶπεν αὐτῇ· Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὕπαγε· ἐξελήλυθε τὸ δαιμόνιον ἐκ τῆς θυγατρός σου. 30 καὶ ἀπελθοῦσα εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς εὗρε τὸ παιδίον βεβλημένον ἐπὶ τὴν κλίνην καὶ τὸ δαιμόνιον ἐξεληλυθός.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ζ´ 24 - 30
24 Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ σύνορα τῆς Τύρου καὶ Σιδῶνος· καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὸ σπίτι, ποὺ ἐξέλεξε πρὸς διαμονὴν του, δὲν ἤθελε νὰ γίνῃ γνωστόν, ὅτι ἦλθεν ἐκεῖ ἄλλα δὲν ἠμπόρεσε νὰ κρυβῇ. 25 Διότι ὅταν ἤκουσε δι’ αὐτὸν κάποια γυναῖκα, τῆς ὁποίας μικρὰ θυγατέρα εἶχε πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἦλθε καὶ ἔπεσε γονατιστὴ ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια του. 26 Ἦτο δὲ ἡ γυναῖκα ἐκείνη Ἐλληνίδα κατὰ τὴν θρησκείαν δηλαδὴ εἰδωλολάτρις, καὶ Συροφοινίκισσα κατὰ τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ τὸν παρεκάλει νὰ βγάλῃ ἀπὸ τὴν θυγατέρα της τὸ δαιμόνιον. 27 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τῆς εἶπεν· Ἄφησε πρῶτον νὰ χορτασθοῦν τὰ τέκνα, ὁ ἐκλεκτὸς δηλαδὴ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰσραήλ. Διότι δεν εἶναι σωστὸ νὰ πάρῃ κανεὶς τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν καὶ νὰ τὸ ρίψῃ εἰς τὰ σκυλάκια, εἰς τοὺς ἐθνικοὺς δηλαδὴ καὶ εἰδωλολάτρας. 28 Ἐκείνη δὲ ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπε· Ναί, Κύριε· δέχομαι, ὅτι εἶμαι σκυλάκι. Ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλάκια κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι τρώγουν ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῶν παιδιῶν. Μὲ φθάνει ἕνα ψίχουλο ἀπὸ τὴν τράπεζαν τὴν ἰδικήν σου. 29 Καὶ εἶπεν εἰς αὐτήν· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ποὺ δεικνύει τὴν ταπείνωσίν σου, τὴν σύνεσίν σου καὶ τὴν πίστιν σου, πήγαγαινε παρηγορημένη καὶ εἰρηνική. Τὸ δαιμόνιον ἔχει βγῆ ἀπὸ τὴν θυγατέρα σου. 30 Καὶ ὅταν ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτι της, εὗρε τὴν θυγατέρα της ποὺ ἄλλοτε ἦτο ἀνήσυχος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπνώσῃ, ἐξαπλωμένην ἥσυχα εἰς τὸ κρεββάτι, καὶ τὸ δαιμόνιον, ποὺ τὴν κατεῖχε, νὰ ἔχῃ πλέον βγῆ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Άκου­σα για έναν αδελ­φό, ότι όταν επι­σκε­πτό­ταν κά­ποιον άλ­λον αδελ­φό και έβλε­πε το κελ­λί του ασυ­γύ­ρι­στο, απε­ρι­ποί­η­το, σκε­πτό­ταν: ''Εί­ναι μα­κά­ριος αυ­τός ο αδελ­φός, για­τί κα­τά­φε­ρε και ξε­πέ­ρα­σε την μέ­ρι­μνα όλων των γή­ι­νων πραγ­μά­των και ανύ­ψω­σε έτσι όλο τον νου του στον Θεό, ώστε δεν δια­κό­πτει την πνευ­μα­τι­κή του ερ­γα­σία, ούτε για να τα­κτο­ποι­ή­σει και αυτό ακό­μα το κελ­λί του''. Πάλι αν πή­γαι­νε σε άλ­λον και έβλε­πε το κελ­λί του συ­γυ­ρι­σμέ­νο, κα­θα­ρό, τα­κτο­ποι­η­μέ­νο, σκε­πτό­ταν: ''Ό­πως ακρι­βώς εί­ναι η ψυχή του αδελ­φού κα­θα­ρή, το ίδιο κα­θα­ρό εί­ναι και το κελ­λί του. Ανά­λο­γα με την κα­τά­στα­ση της ψυ­χής του, εί­ναι και η κα­τά­στα­ση του κελ­λιού του''. Και ποτέ δεν έλε­γε: ''Εί­ναι ανοι­κο­κύ­ρευ­τος ή εί­ναι μα­ταιό­δο­ξο­ς''. Αλλά επει­δή ο ίδιος βρι­σκό­ταν σε καλή πε­νυ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση, τον ωφε­λού­σαν και οι δύο.

Αββάς Δωρόθεος

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

”Καμ­ί­α προσευ­χή δέν πά­ει χα­μέ­νη­”




Τό­νι­ζε τήν με­γά­λη ἀ­ξί­α πού ἔ­χει γι­ά τήν σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἡ προ­σευ­χή.
 ”Καμ­ί­α προσευ­χή δέν πά­ει χα­μέ­νη­”, ἔ­λε­γε. 
­”Ὅλες οἱ προ­σευ­χές εἶ­ναι ἅ­γι­ες, ἀλ­λά ἡ νο­ε­ρά προ­σευ­χή εἶ­ναι ἡ σπου­δαι­ό­τε­ρη ἀ­π᾽ ὅ­λες. Κύ­ρι­ε, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με. Ἀ­πό αὐ­τή τήν μι­κρή, ἀλ­λά παν­το­δύ­να­μη προ­σευ­χή ξε­κί­νη­σαν ὅ­λοι οἱ ἅ­γιοι πα­τέ­ρες. Νά λέ­γης, παι­δί μου, τήν εὐ­χή αὐ­τή συ­νέ­χεια ἡ­μέ­ρα καί νύ­κτα. 
Ἡ εὐ­χή θά τά φέ­ρη ὅ­λα. 
Ἡ εὐ­χή πε­ρι­έ­χει τά πάν­τα. Αἴ­τη­ση, πα­ρά­κλη­ση, πί­στη, ὁ­μο­λο­γί­α, θε­ο­λο­γί­α κ.λ.π. 
Ἡ εὐ­χή νά λέ­γε­ται συ­νε­χῶς. 
Ἡ εὐ­χή θά φέ­ρη τήν εἰ­ρή­νη, τήν γλυ­κύ­τη­τα, τήν χα­ρά καί τά δά­κρυ­α. Ἡ εἰ­ρή­νη καί ἡ γλυ­κύ­τη­τα θά φέ­ρουν πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­χή καί ἡ εὐ­χή θά φέ­ρη με­τά πε­ρισ­σό­τε­ρη γλυ­κύ­τη­τα καί εἰ­ρή­νη. 
Πρῶ­τα θά βρῆς μέ τήν εὐ­χή γλυ­κύ­τη­τα, εἰ­ρή­νη καί χα­ρά καί με­τά ἐφ᾽­ ὅ­σον θέ­λει ὁ Θε­ός, μπο­ρεῖ νά ζή­σης κι ἄλ­λες κα­τα­στά­σεις Χά­ρι­τος. Νά ξέ­ρης, παι­δί μου, ὅ­τι ὅ­που εἶ­ναι τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, εὑ­ρί­σκε­ται ἡ Χά­ρι­ς”.
»Ὅ­ταν κά­ποι­α γνω­στή μου πα­ρα­κά­λε­σε τόν π.Ἰ­ά­κω­βο νά προ­σευ­χη­θῆ γι­ά κά­ποι­ο σο­βα­ρό πρόβλη­­μα πού ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε, ὁ Γέ­ρον­τας τῆς εἶ­πε ὅ­τι δέν φθά­νει μό­νο ἡ δι­κή του προ­σευ­χή, ἀλ­λά πρέ­πει νά προ­σεύ­χε­ται καί ἐ­κεί­νη. Δι­α­φο­ρε­τι­κά, δέν θά τήν βο­η­θή­ση ὁ Θε­ός. Ὁ Θε­ός ”ἀκούει” τίς δε­ή­σεις τῶν Γε­ρόν­των, ἀλ­λά πε­ρι­μέ­νει καί τήν κα­λή προ­αί­ρε­ση καί προ­σευ­χή τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων. Τό­τε μό­νον θά ἐ­νερ­γή­ση ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ. Τό­τε θά γί­νη καί τό θαῦ­μα!
«Ὅ­λη ἡ ζω­ή τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­α­κώ­βου ἦ­ταν μί­α δι­αρ­κής προ­σευ­χή. Θυ­μᾶ­μαι, ὅ­ταν πή­γαι­να στό μονα­στή­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ, τόν ἔ­βλε­πα συ­νε­χῶς μέ τό κομ­πο­σχοί­νι νά προ­σεύ­χε­ται. Ὅ­ση ὥ­ρα μοῦ μι­λοῦ­σε, προ­σευ­χό­ταν μέ τό κομ­πο­σχοι­νά­κι του».

Από το Βιβλίο:''Ο Γέρων Ιάκωβος.Διηγήσεις-Νουθεσίες-Μαρτυρίες''Της σειράς ''Ορθόδοξο Βίωμα'' 4
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ»
https://proskynitis.blogspot.com/

Κόλαση: Το μαρτύριο τής εκ των υστέρων γνώσης ότι είναι πια πολύ αργά να αγαπήσω.



Mονή Βορονέτς-Ρουμανία
Κόλαση: Το μαρτύριο τής εκ των υστέρων γνώσης ότι είναι πια πολύ αργά να αγαπήσω,αφού χωρίς σώμα και χωρίς να υπάρχει πια κανείς που να έχει ανάγκη τη θυσία μου, η καθυστερημένα συνειδητοποιημένη δίψα μου γι’αληθινή αγάπη γίνεται ψυχικό αυτοβασανιστήριο χειρότερο κι απ’το να καιγόμουν από υλικές φλόγες.
“Όταν μια τέτοια ύπαρξη φύγει απ’ τη γη, βλέπει τους κόλπους του Αβραάμ, κουβεντιάζει με τον Αβραάμ, όπως μας λέει η παραβολή περί Λαζάρου και πλουσίου, ατενίζει και τον Παράδεισο, μπορεί να πλησιάσει και τον Kύριο, μα αυτό ακριβώς είναι το μαρτύριό της, ότι ανεβαίνει στο Θεό χωρίς να ‘χει αγαπήσει, γιατί αγγίζει εκείνους που έχουν αγαπήσει και που αυτή είχε περιφρονήσει την αγάπη τους.
Γιατί τώρα βλέπει καθαρά και θα πει μόνος του στον εαυτό του: «Τώρα πια κατέχω τη γνώση και, αν και διψάω ν’ αγαπήσω. δε θα υπάρχει πια κανένας άθλος στην αγάπη μου, δε θα υπάρχει ούτε θυσία γιατί τέλειωσε η επίγεια ζωή μου και δε θα ‘ρθει ο Αβραάμ να μου δώσει έστω και μια σταγόνα ζώντος ύδατος (δηλαδή να μου ξαναδώσει το δώρο της επίγειας ζωής που είχα πρώτα) για να δροσίσει τη φλόγα της δίψας μου για πνευματική αγάπη, που με φλογίζει τώρα και που την περιφρόνησα όσο ήμουν στη γη.
Δεν έχω πια ζωή και δε θα υπάρξει πια καιρός! Κι αν ακόμα θα ‘ μουν πρόθυμος να θυσιάσω τη ζωή μου για τους άλλους, είναι αργά πια, γιατί πέρασε εκείνη η ζωή που θα μπορούσα να την κάνω θυσία στην αγάπη και τώρα μια άβυσσος χωρίζει εκείνη τη ζωή απ’ την τωρινή μου ύπαρξη».
Μιλάνε για φλόγες υλικές που έχει η Κόλαση: δεν εξετάζω αυτό το μυστήριο γιατί τρομάζω, μα σκέφτομαι πως κι αν ακόμα υπήρχαν υλικές φλόγες, τότε, μα την αλήθεια, οι κολασμένοι θα τις δέχονταν με χαρά γιατί με τα σωματικά μαρτύρια θα ξεχνούσαν, έστω και για μια στιγμή, το ψυχικό μαρτύριο που είναι πολύ πιο τρομερό.
Μα ούτε και είναι δυνατό να τους απαλλάξει κανείς απ’ αυτό το ψυχικό μαρτύριο, γιατί δεν είναι εξωτερικό μα το ‘χουν μέσα τους. Μα κι αν ήταν δυνατόν να τους απαλλάξουν, τότε, έτσι νομίζω, θα γίνονταν ακόμα πιο πικρά δυστυχισμένοι.
Γιατί κι αν ακόμα τους συγχωρούσαν οι δίκαιοι απ’ τον Παράδεισο, βλέποντας τα μαρτύριά τους και τους καλούσαν κοντά τους αγαπώντας τους απεριόριστα, και πάλι τα μαρτύριά τους θα μεγάλωναν, γιατί ίσα ίσα μ’ αυτή τη συγγνώμη θα μεγάλωνε και η δίψα τους για ανταπόδοση αγάπης, για αγάπη ενεργητική και γεμάτη ευγνωμοσύνη, που τους είναι αδύνατο πια να δείξουν”.

( Φ. Ντοστογιέφσκι :Αδελφοί Καραμάζωφ,β’τόμος,σελ 258,σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου)
https://proskynitis.blogspot.com/

Οἱ κρίσεις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀκατάληπτες καί ἀνεξερεύνητες καί γι' αὐτό δέν πρέπει νά κατακρίνουμε κανέναν ἄνθρωπο μέχρι ἐκείνη τήν ἡμέρα.




Οἱ κρίσεις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀκατάληπτες καὶ ἀνεξερεύνητες καὶ γι' αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κατακρίνουμε κανέναν ἄνθρωπο μέχρι ἐκείνη τὴν ἡμέρα. 
Λέγει λοιπὸν ὁ Ἐκκλησιαστής· «Υπάρχει δίκαιος ποὺ καταστρέφεται, ἂν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ δίκαια, καὶ ὑπάρχει ἀσεβής ποὺ εὐδοκιμεῖ, ἂν καὶ παραμένει στην κακία του»· (Εκκλ.7,15) καὶ «Ὑπάρχουν δίκαιοι στοὺς ὁποίους συμβαίνουν αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ συμβοῦν στοὺς ἀσεβεῖς, καὶ ὑπάρχουν ἀσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀπολαμβάνουν οἱ δίκαιοι». (Εκκλ.8,14). 
Αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ μερικοί φαίνονται ὅτι ἔχουν κάποια ἐλαττώματα, ἐνῶ κρυφὰ κάνουν μεγάλα κατορθώματα σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀπὸ μᾶς βέβαια θεωροῦνται ἁμαρτωλοί, ἐνῶ γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι δίκαιοι. 
Μερικοὶ ἄλλοι πάλι ἀξιώνονται τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῶν προγόνων τους, ὅπως ὁ Σολομὼν ἀπό τίς προσευχὲς τοῦ Δαβίδ. Γιατὶ τοῦ λέγει ὁ Θεός· «Ἐπειδὴ δὲν τήρησες τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς προσταγὲς ποὺ σοῦ ἔδωσα, θὰ πάρω τη βασιλεία ἀπὸ τὰ χέρια σου καὶ θὰ τὴν δώσω στὸν δοῦλο σου. Ωστόσο αὐτὸ δὲν θὰ τὸ κάνω στὶς ἡμέρες σου, ἐξαιτίας τοῦ πατέρα σου Δαβίδ». (Γ' Βασ. 11,11-12) 
 Ἄλλοι πάλι, ἐνῶ τώρα εἶναι κακοί, ἐπειδὴ πρόκειται στὸ τέλος νὰ μετανοήσουν εἰλικρινά, ἤδη ἀπὸ τώρα φροντίζονται ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν νὰ εἶναι δίκαιοι, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος. 
 Αλλοι, ἀντίθετα, ἐξαιτίας τῆς μετάνοιας καὶ τῆς ἐπιστροφῆς τους ἀπολαμβάνουν τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία γι᾽ αὐτοὺς ποὺ δὲν καταλαβαίνουν καὶ εἶναι σκληροί, γίνεται ἐφόδιο τῆς ἐκεῖ τιμωρίας, ὅπως ὁ ἄσπλαγχνος πλούσιος ὡς πρὸς τὸν Λάζαρο. (Λουκ.16,19) 
Γιατὶ ὁ ᾿Απόστολος λέγει· «Αγνοεῖς ὅτι ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ σὲ ὁδηγεῖ σὲ μετάνοια; Ανάλογα ὅμως πρὸς τὴ σκληρότητά σου καὶ τὴν ἀμετανόητη καρδιά σου ἐπισωρεύεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου ὀργὴ τὴν ἡμέρα τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἀποκάλυψης τῆς δίκαιης κρίσης τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδώσει στον καθένα σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του». (Ρωμ. 2,4-5) 
Καὶ αὐτὸ γνωρίζοντάς το ὁ θεῖος Δαβίδ, μᾶς συμβουλεύει λέγοντας «Νὰ μὴ ζηλεύεις ἐκεῖνον ποὺ εὐδοκιμεῖ στὴ ζωή του, τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν παύει νὰ κάνει τὴν παρανομία». (Ψαλ. 36,7) Καί· 
«Γιατί οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου θὰ ἐξολοθρευθοῦν, καὶ μόλις δοξαστοῦν καὶ ἐξυψωθοῦν, θὰ ἐξαφανιστοῦν σὰν καπνὸς ποὺ διαλύεται». (Ψαλμ. 36,20) Καὶ 
«Ὅταν οἱ ἁμαρτωλοὶ βλαστάνουν σὰν τὸ χορτάρι καὶ γίνονται περίλαμπροι ὅλοι ὅσοι διαπράττουν τὴν ἀνομία, αὐτὸ γίνεται γιὰ νὰ ἐξολοθρευτοῦν μιὰ γιὰ πάντα». (Ψαλμ.91,8) Γι᾿ αὐτὸ «Νὰ μὴ πτοεῖσαι, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος πλουτίσει καὶ αὐξηθεῖ ἡ δόξα του», (Ψαλμ. 48,17) γιατί «θὰ ξεραθεῖ γρήγορα σαν χορτάρι». (Ψαλμ. 36,2) Καὶ «θὰ ἀναζητήσεις τὸν τόπο ποὺ κατεῖχε καὶ μὴ βρίσκοντάς τον»,(Ψαλμ. 36,10) θὰ πεῖς· «Πῶς ἐρημώθηκε ἔτσι; ἐξαφανίστηκε ξαφνικά, χάθηκε ἐξαιτίας τῆς παρανομίας του», (Ψαλμ. 72,19-20) «ἐγκαταλείποντας σὰν ὄνειρο τὸν πλοῦτο του σὲ ξένους». (Ψαλμ. 48,11) .
Καὶ ὅλος ὁ ταλαίπωρος πλοῦτος τοῦ ταλαίπωρου ἐκείνου, καὶ ἡ ἄσκοπη καὶ ψυχοφθόρα ἐκείνη πρόσκαιρη δόξα του σαν ὄνειρο ἐξαφανίστηκε. Δικαιολογημένα λοιπὸν ἔλεγε ὁ σοφὸς Σειράχ «Νὰ μὴ ζηλέψεις τὴ δόξα τοῦ ἁμαρτωλοῦ, γιατὶ δὲν ξέρεις ποιὰ θὰ εἶναι ἡ καταστροφή του. Καὶ νὰ μὴ παραδώσεις τὴν καρδιά σου στὶς ἀπολαύσεις τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ νὰ θυμᾶσαι ὅτι μέχρι τὸν ἅδη δὲ θὰ μείνουν ἀτιμώρητοι» (Σ .Σειράχ,9,11-12) Καὶ «Ὁ δρόμος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι ὁμαλός, στρωμένος μὲ πέτρες. Το τέλος τους ὅμως ὁδηγεῖ στὸ βάραθρο τοῦ ἅδη». (Σοφ. Σειρ. 21,10)

Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ ἀσκητικῶν σειρά ΕΠΕ Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου Τόμος 13Β΄, σελ. 167.
https://proskynitis.blogspot.com/